Αν η αλληγορία έχει καταγωγή στη φιλοσοφία,
αν  η αφήγηση είναι ο τρόπος,
ο μύθος που θα ειπωθεί από τώρα κι έπειτα,
απευθύνεται σε όλους εκείνους που μπορούν να
«ακούσουν»…

Αυτό το «άκουσμα» καλείται να αποκωδικοποιήσει και ο επισκέπτης του Allegory Boutique Hotel βιώνοντας τα αληθινά νοήματα της ελληνικής φιλοξενίας σε ένα εμπνευσμένο κατάλυμα της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου.

Η Ιστορία

Το Allegory είναι ένα μικρό Βoutique ξενοδοχείο στη Ρόδο ιδανικά τοποθετημένο στη Μεσαιωνική πόλη. Το κτήριο υπήρξε κατοικία της οικογένειας Αναστασιάδη από την Κάρπαθο που ανάθρεψε μουσικούς, ξυλοτέχνες επίπλων και μουσικών οργάνων. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής της περιοχής. Είναι μέλος των ελληνικών ιστορικών ξενοδοχείων ΥΑΔΕΣ και προσφέρει ένα ευρύ, ποιοτικό, φάσμα υπηρεσιών πέντε αστέρων. Ο σχεδιασμός, οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του αποσπούν τον θαυμασμό του απαιτητικού επισκέπτη που επιλέγει να γίνει μέρος της ιστορία του.

Ο Μύθος

…το βράδυ έκλειναν οι επτά πύλες του Κάστρου κι άνοιγαν το πρωί. Εκείνη την ώρα έφερναν οι ντόπιοι τα τρόφιμά τους, εσπεριδοειδή, λαχανικά, υφαντά, κεραμικά και τα πουλούσαν στους Ιππότες.
…Εκεί σ αυτήν την ιδιαίτερη αγορά ο Πιέρ Ντ’Αβινιόν αντίκρυσε για πρώτη φορά την Ανατολή. Μες στην καρότσα με τα κοφίνια γεμάτα από λαχταριστά ψάρια, δεν πρόσεξε τον Πιέρ που ακουμπιστός στον τοίχο, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του…Ο έρωτας δεν κάνει διακρίσεις. Δε γνωρίζει από κατακτητές και κατακτημένους. Επεμβαίνει, ισοπεδώνει τις διαφορές.
…Τότε είδε το απίστευτο. Ένα ψάρι χρώμα ασυνήθιστο..στην κοιλιά του μια ζέστη…θάμπωσαν τα μάτια της…Ενα μαργαριτάρι σε όλους τους χρωματισμούς του μπλε. Θα ναι το φυλαχτό μου, είπε….
…Δεν ήταν δύσκολο για τον Νηρέα να βρει τους δικούς του…την Ανατολή, τον Πιέρ, το Νικήτα, τον Ντομένικο…Με σιγανά βήματα στάθηκε μπροστά τους στο κοιμητήριο…
…Βγήκε ο Νηρέας να περπατήσει .- Παιδί μου πρόσεχε, του λέει ο Αναστάσης…μπαρούτι και πίσσα μυρίζει η Ρόδος…Δεν πρόλαβε να περπατήσει στο χαλικόστρωτο. Μπορεί να ήταν σκοτάδι, αλλά το φυλαχτό του έφεγγε…Έκανε βήματα πίσω και μπήκε πίσω στο περβόλι…Είδε το μαχαιρι έτοιμο να καρφωθεί…Το χέρι τράβηξε το φυλαχτό κι αυτό έκανε μια κυκλική πορεία στο περβόλι κι έπεσε στο χώμα….
Έβλεπε στα δέντρα, στους τοίχους του σπιτιού, στο χώμα, ένα φως γαλάζιο πότε εδώ , πότε εκεί… Έφερε ένα φανάρι ο Αναστάσης κι έψαχναν και οι δυο πόντο πόντο το περιβόλι.
-Θείε Αναστάση. Έλα, εδώ, εδώ! Κοίτα το χώμα!
-Δε βλέπω τίποτα παιδί μου εγώ. Ίσως να το βλέπεις μόνο εσύ…
…Καίγεται η Ρόδος…Ο Αναστάσης , ο Νηρέας, η Σοφούλα , η Κατίνα ο Φιλήμονας και ο Νικόλας κρύβονται στο υπόγειο. Έξω ποδοπατούν οι κατακτητές, σπάζουν και ρημάζουν. Το πλιάτσικο δεν έχει τελειωμό.
…Ο Νηρέας στην κουπαστή κοιτάει τα πανιά των καραβιών…Η Σοφούλα του αφήνει στα χέρια μια ζωγραφιά. -Να κοίτα, εδώ είναι η πύλη του Αγίου Αθανασίου. Εδώ είναι το εκκλησάκι, προχωράς, στρίβεις αριστερά, και νάτο το σπίτι στο αριστερό σου χέρι. Να ξανάρθεις…να ψάξεις για το φυλαχτό σου…το μπλε πετράδι

Από το ιστορικό μυθιστόρημα

«Αλληγορία»

της Ειρήνης-Βογιατζή Χαραλάμπη